Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έξοδος

/ˈe.kso.ðos/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το σημείο από όπου κάποιος εξέρχεται, βγαίνει από ένα χώρο Βικιλεξικό
  2. η ενέργεια με την οποία κάποιος φεύγει από ένα χώρο Βικιλεξικό
    • η έξοδος του Μεσολογγίου
  3. η ενέργεια με την οποία κάποιος φεύγει από ένα χώρο Βικιλεξικό
    • η μαζική έξοδος των Αθηναίων κάθε Σαββατοκύριακο
  4. πληροφορικήη χρονική στιγμή ή το στάδιο της λήψης ή αποστολής ή αποθήκευσης των αποτελεσμάτων μιας υπολογιστικής διαδικασίας Βικιλεξικό
  5. πληροφορικήτο σημείο επικοινωνίας ενός υπολογιστή με το εξωτερικό του περιβάλλον π.χ. με μία ή περισσότερες εξωτερικές συσκευές όπως μία οθόνη ή εκτυπωτή ή κάποιου είδους δίκτυο, από το οποίο μπορεί να στείλει δεδομένα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

έξοδος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔξοδος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήέξοδοςέξοδοι
Γενικήεξόδουεξόδων
Αιτιατικήέξοδοεξόδους
Κλητικήέξοδε / έξοδοέξοδοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

Έξοδος

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θρησκείατο δεύτερο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης και της Πεντατεύχου και κατ΄ επέκταση της Αγίας Γραφής. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Έξοδος < αρχαία ελληνική έξοδος,

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →