Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμαζόνιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται σε αμαζόνα ή στις Αμαζόνες ή έχει σχέση μ' αυτές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμαζόνιος < αρχαία ελληνική ἀμαζόνιος < Ἀμαζών < ἀ- + μαζός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμαζόνιοςαμαζόνιααμαζόνιο
Γενικήαμαζόνιουαμαζόνιαςαμαζόνιου
Αιτιατικήαμαζόνιοαμαζόνιααμαζόνιο
Κλητικήαμαζόνιεαμαζόνιααμαζόνιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμαζόνιοιαμαζόνιεςαμαζόνια
Γενικήαμαζόνιωναμαζόνιωναμαζόνιων
Αιτιατικήαμαζόνιουςαμαζόνιεςαμαζόνια
Κλητικήαμαζόνιοιαμαζόνιεςαμαζόνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →