Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

Αντίφωνα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. θρησκείασειρά χριστιανικών φράσεων και εκκλησιαστικών στοίχων που ψάλλονται διαδοχικά κατ΄ αντιφωνία από τους δύο χορούς στις ιερουργίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Αντίφωνα < αντίφωνα < αρχαία ελληνική ἀντίφωνος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →