Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

Αρτινός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πατριδωνυμικόο κάτοικος ή αυτός που κατάγεται από την Άρτα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Αρτινός < Άρτα + -ινός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
ΟνομαστικήΑρτινόςΑρτινοί
ΓενικήΑρτινούΑρτινών
ΑιτιατικήΑρτινόΑρτινούς
ΚλητικήΑρτινέΑρτινοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αρτινός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την Άρτα ή τους Αρτινούς ή αναφέρεται σʼ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρτινός < Άρτα + -ινός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρτινόςαρτινήαρτινό
Γενικήαρτινούαρτινήςαρτινού
Αιτιατικήαρτινόαρτινήαρτινό
Κλητικήαρτινέαρτινήαρτινό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρτινοίαρτινέςαρτινά
Γενικήαρτινώναρτινώναρτινών
Αιτιατικήαρτινούςαρτινέςαρτινά
Κλητικήαρτινοίαρτινέςαρτινά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →