βαμβακού
•
- παρωχημένοη εμπόρισσα βαμβακιού, η βαμβακέμπορος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαμβακού < βαμβακ(άς) + -ού
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαμβακού | βαμβακούδες |
| Γενική | βαμβακούς | βαμβακούδων |
| Αιτιατική | βαμβακού | βαμβακούδες |
| Κλητική | βαμβακού | βαμβακούδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →