Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

Βαριώτης

/vaɾˈʝo.tis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πατριδωνυμικόάτομο που κατοικεί ή κατάγεται από οικισμό με το όνομα Βάρη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Βαριώτης < Βάρ(η) + -ιώτης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
ΟνομαστικήΒαριώτηςΒαριώτες
ΓενικήΒαριώτηΒαριωτών
ΑιτιατικήΒαριώτηΒαριώτες
ΚλητικήΒαριώτηΒαριώτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →