Βαριώτης
•
- πατριδωνυμικόάτομο που κατοικεί ή κατάγεται από οικισμό με το όνομα Βάρη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Βαριώτης < Βάρ(η) + -ιώτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | Βαριώτης | Βαριώτες |
| Γενική | Βαριώτη | Βαριωτών |
| Αιτιατική | Βαριώτη | Βαριώτες |
| Κλητική | Βαριώτη | Βαριώτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →