γαριφαλιά
•
- φυτόκαλλωπιστικό φυτό (Dianthus caryophyllus) με κόκκινα, λευκά ή ροζ άνθη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαριφαλιά < γαρίφαλ(ο) + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γαριφαλιά | γαριφαλιές |
| Γενική | γαριφαλιάς | γαριφαλιών |
| Αιτιατική | γαριφαλιά | γαριφαλιές |
| Κλητική | γαριφαλιά | γαριφαλιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →