γοργοεπήκοος
•
- θρησκεία{λέγεται για την Παναγία) που ακούει κάποιον γρήγορα, που σπεύδει στην έκκληση κάποιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γοργοεπήκοος < γοργός + ἐπήκοος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γοργοεπήκοος | γοργοεπήκοη / γοργοεπήκοος | γοργοεπήκοο |
| Γενική | γοργοεπήκοου / γοργοεπηκόου | γοργοεπήκοης / γοργοεπηκόου | γοργοεπήκοου / γοργοεπηκόου |
| Αιτιατική | γοργοεπήκοο | γοργοεπήκοη / γοργοεπήκοο | γοργοεπήκοο |
| Κλητική | γοργοεπήκοε | γοργοεπήκοε / γοργοεπήκοη | γοργοεπήκοο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γοργοεπήκοοι | γοργοεπήκοες / γοργοεπήκοοι | γοργοεπήκοα |
| Γενική | γοργοεπήκοων / γοργοεπηκόων | γοργοεπήκοων / γοργοεπηκόων | γοργοεπήκοων / γοργοεπηκόων |
| Αιτιατική | γοργοεπήκοους / γοργοεπηκόους | γοργοεπήκοες / γοργοεπηκόους | γοργοεπήκοα |
| Κλητική | γοργοεπήκοοι | γοργοεπήκοες / γοργοεπήκοοι | γοργοεπήκοα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →