Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

Δικταίος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το όρος Δίκτη της Κρήτης Βικιλεξικό
    • Δικταίο άντρο
    • Ο Δικταίος Δίας, νεαρός και αγένειος, φαίνεται να βρίσκεται, σε σχέση με τον Ιδαίο Δία, πιο κοντά στο μινωικό πάνθεον.

Ετυμολογία

Δικταίος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
ΟνομαστικήΔικταίοςΔικταίαΔικταίο
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →