Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

Δραμινός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πατριδωνυμικόο κάτοικος ή αυτός που κατάγεται από τη Δράμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Δραμινός < Δράμα + -ινος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
ΟνομαστικήΔραμινόςΔραμινοί
ΓενικήΔραμινούΔραμινών
ΑιτιατικήΔραμινόΔραμινούς
ΚλητικήΔραμινέΔραμινοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

δραμινός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη Δράμα ή τους Δραμινούς ή αναφέρεται σʼ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δραμινός < Δράμα + -ινός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδραμινόςδραμινήδραμινό
Γενικήδραμινούδραμινήςδραμινού
Αιτιατικήδραμινόδραμινήδραμινό
Κλητικήδραμινέδραμινήδραμινό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδραμινοίδραμινέςδραμινά
Γενικήδραμινώνδραμινώνδραμινών
Αιτιατικήδραμινούςδραμινέςδραμινά
Κλητικήδραμινοίδραμινέςδραμινά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →