Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

Ειρηνικά

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. θρησκείασειρά χριστιανικών αιτημάτων δεήσεων υπέρ της ειρήνης, που εκφωνούνται κατά τη Θεία Λειτουργία, καθώς και σε διάφορες άλλες τελετουργίες εκτός των ιερών ναών όπως σε λιτανείες, περιφορές κ.λπ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Ειρηνικά < αρχαία ελληνική ειρηνικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
ΟνομαστικήΕιρηνικάΕιρηνικά
Γενική—Ειρηνικών
Αιτιατική—Ειρηνικά
Κλητική—Ειρηνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ειρηνικά

επίρρημα
•
  1. με ειρηνικό τρόπο Βικιλεξικό
  2. βίαια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ειρηνικά < ειρηνικός

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →