Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

Επονίτης

/e.poˈni.tis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. μέλος της ΕΠΟΝ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Επονίτης < ΕΠΟΝ + -ίτης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
ΟνομαστικήΕπονίτηςΕπονίτες
ΓενικήΕπονίτηΕπονιτών
ΑιτιατικήΕπονίτηΕπονίτες
ΚλητικήΕπονίτηΕπονίτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →