Ζαππίδα
•
- μαθήτρια ή απόφοιτος του Ζαππείου παρθεναγωγείου της Κωνσταντινούπολης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Ζαππίδα < (καθαρεύουσα) Ζαππίς < Ζάππ(ειον) + -ίδα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | Ζαππίδα | Ζαππίδες |
| Γενική | Ζαππίδας | Ζαππίδων |
| Αιτιατική | Ζαππίδα | Ζαππίδες |
| Κλητική | Ζαππίδα | Ζαππίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →