Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

Θασίτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πατριδωνυμικόο κάτοικος ή αυτός που κατάγεται από τη Θάσο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Θασίτης < Θάσος + -ίτης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
ΟνομαστικήΘασίτηςΘασίτες
ΓενικήΘασίτηΘασιτών
ΑιτιατικήΘασίτηΘασίτες
ΚλητικήΘασίτηΘασίτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →