Ιτεώτης
•
- πατριδωνυμικόάτομο που κατοικεί ή κατάγεται από οικισμό με το όνομα Ιτέα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Ιτεώτης < Ιτέα + -ώτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | Ιτεώτης | Ιτεώτες |
| Γενική | Ιτεώτη | Ιτεωτών |
| Αιτιατική | Ιτεώτη | Ιτεώτες |
| Κλητική | Ιτεώτη | Ιτεώτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →