καλαγκάθι
•
- λαϊκότροποαπόστημα σε παρωνυχίδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλαγκάθι < καλ- + αγκάθι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλαγκάθι | καλαγκάθια |
| Γενική | καλαγκαθιού | καλαγκαθιών |
| Αιτιατική | καλαγκάθι | καλαγκάθια |
| Κλητική | καλαγκάθι | καλαγκάθια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →