Καμόρα
•
- εγκληματική οργάνωση στην περιοχή της Καμπανίας και της Νάπολης Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηεγκληματική οργάνωση Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: καμόρα
Ετυμολογία
Καμόρα < (άμεσο δάνειο) ιταλική Camorra < camorra < ναπολιτάνικη διάλεκτος morra
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | Καμόρα | — |
| Γενική | Καμόρας | — |
| Αιτιατική | Καμόρα | — |
| Κλητική | Καμόρα | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →