Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

Κασιώτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πατριδωνυμικόο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από την Κάσο. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κασιώτης < Κάσ(ος) + -ιώτης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
ΟνομαστικήΚασιώτηςΚασιώτες
ΓενικήΚασιώτηΚασιωτών
ΑιτιατικήΚασιώτηΚασιώτες
ΚλητικήΚασιώτηΚασιώτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →