Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

Κονιτσιώτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πατριδωνυμικόο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από την Κόνιτσα, (θηλυκό Κονιτσιώτισσα) Βικιλεξικό
  2. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Κονιτσιώτη) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κονιτσιώτης < Κόνιτσα + -ιώτης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
ΟνομαστικήΚονιτσιώτηςΚονιτσιώτες
ΓενικήΚονιτσιώτηΚονιτσιωτών
ΑιτιατικήΚονιτσιώτηΚονιτσιώτες
ΚλητικήΚονιτσιώτηΚονιτσιώτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →