Κονιτσιώτης
•
- πατριδωνυμικόο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από την Κόνιτσα, (θηλυκό Κονιτσιώτισσα) Βικιλεξικό
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Κονιτσιώτη) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κονιτσιώτης < Κόνιτσα + -ιώτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | Κονιτσιώτης | Κονιτσιώτες |
| Γενική | Κονιτσιώτη | Κονιτσιωτών |
| Αιτιατική | Κονιτσιώτη | Κονιτσιώτες |
| Κλητική | Κονιτσιώτη | Κονιτσιώτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →