Κονκλάβιο
•
- θρησκείαάλλη γραφή του κονκλάβιο Βικιλεξικό
- μειωτικόάλλη γραφή του κονκλάβιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κονκλάβιο < ιταλική conclave ή γαλλική conclave < μεσαιωνική λατινική conclave (παρόμοια σημασία) < λατινική conclave < con- + clavis (κλειδί, (κατ’ επέκταση) δωμάτιο που μπορεί να κλειδωθεί)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | Κονκλάβιο | Κονκλάβια |
| Γενική | Κονκλάβιου / Κονκλαβίου | Κονκλάβιων / Κονκλαβίων |
| Αιτιατική | Κονκλάβιο | Κονκλάβια |
| Κλητική | Κονκλάβιο | Κονκλάβια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →