κουρούπης
•
- φαλακρός Βικιλεξικό
- ιδιωματικόμεθυσμένος (& κρούπης) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουρούπης < πιθανόν κουρούπ(ι) + -ης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουρούπης | κουρούπηδες |
| Γενική | κουρούπη | κουρούπηδων |
| Αιτιατική | κουρούπη | κουρούπηδες |
| Κλητική | κουρούπη | κουρούπηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →