κώος
•
- που έχει σχέση με την Κω ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κώος < Κως + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κώος | κώα | κώο |
| Γενική | κώου | κώας | κώου |
| Αιτιατική | κώο | κώα | κώο |
| Κλητική | κώε | κώα | κώο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κώοι | κώες | κώα |
| Γενική | κώων | κώων | κώων |
| Αιτιατική | κώους | κώες | κώα |
| Κλητική | κώοι | κώες | κώα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →