λαχανάς
•
- αργκόο πορτοφολάς Βικιλεξικό
- Κάτω στα λεμονάδικα έγινε φασαρία δυό λαχανάδες πιάσανε κι έκαναν την "κυρία"
Ετυμολογία
λαχανάς < λάχαν(ο) (με την έννοια του πορτοφολιού) + -άς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λαχανάς | λαχανάδες |
| Γενική | λαχανά | λαχανάδων |
| Αιτιατική | λαχανά | λαχανάδες |
| Κλητική | λαχανά | λαχανάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →