Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λαχανάς

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αργκόο πορτοφολάς Βικιλεξικό
    • Κάτω στα λεμονάδικα έγινε φασαρία δυό λαχανάδες πιάσανε κι έκαναν την "κυρία"

Ετυμολογία

λαχανάς < λάχαν(ο) (με την έννοια του πορτοφολιού) + -άς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλαχανάςλαχανάδες
Γενικήλαχανάλαχανάδων
Αιτιατικήλαχανάλαχανάδες
Κλητικήλαχανάλαχανάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →