Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

Λευϊτικό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. θρησκείατο τρίτο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης και της Πεντατεύχου και κατ΄ επέκταση της Αγίας Γραφής. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Λευϊτικό < (ελληνιστική κοινή) λεβυϊτικόν

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
ΟνομαστικήΛευϊτικό—
ΓενικήΛευϊτικού—
ΑιτιατικήΛευϊτικό—
ΚλητικήΛευϊτικό—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →