Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαρμάρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιδιωματικόστείρα Βικιλεξικό
    • Δὲν ἦτο μόνον «μαρμάρα», τουτέστι στεῖρα, ἡ νύμφη της, τοῦτο δὲν ἤρκει, ἀλλ᾽ ἦτο ἄπαστρη, ἀπασσάλωτη, ξετσίπωτη, κτλ. Ὅλα τὰ εἶχεν, «ἡ ποίσα, ἡ δείξα, ἡ ἄκληρη». (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Το χριστόψωμο)

Ετυμολογία

μαρμάρα < μάρμαρο + -α

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαρμάραμαρμάρες
Γενικήμαρμάρας—
Αιτιατικήμαρμάραμαρμάρες
Κλητικήμαρμάραμαρμάρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →