μελωδός
•
- μουσικήο συνθέτης του μέλους / της μουσικής εκκλησιαστικών ύμνων ή / και ποιητής τους Βικιλεξικό
- αρχαιοπρεπέςμουσικοσυνθέτης Βικιλεξικό
- αρχαιοπρεπέςτραγουδιστής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μελωδός < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική μελῳδός < αρχαία ελληνική μελῳδός (συνθέτης ασμάτων) < μέλος + ᾠδή < ᾄδω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μελωδός | μελωδοί |
| Γενική | μελωδού | μελωδών |
| Αιτιατική | μελωδό | μελωδούς |
| Κλητική | μελωδέ | μελωδοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →