μπαϊραχτάρης
•
- άλλη γραφή του μπαϊρακτάρης Βικιλεξικό
- Ὁ Κωσταντὴς ξεμπούκαρε, σούρνοντας τὰ παληκάρια του, μὲ μπαϊράκι ξεδιπλωμένο. Τὸ ἅρπαξε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ μπαϊραχτάρη του, τὸ κάρφωσε στὸ δῶμα. (Παντελής Πρεβελάκης, Ὁ Κρητικός. Ἡ πρώτη λευτεριά, 1949)
Ετυμολογία
μπαϊραχτάρης < τουρκική bayraktar (σημαιοφόρος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπαϊραχτάρης | μπαϊραχτάρηδες |
| Γενική | μπαϊραχτάρη | μπαϊραχτάρηδων |
| Αιτιατική | μπαϊραχτάρη | μπαϊραχτάρηδες |
| Κλητική | μπαϊραχτάρη | μπαϊραχτάρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →