νέο
•
- πρόσφατο γεγονός που το πληροφορούμαστε· η είδηση, το μαντάτο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νέο < από το ουδέτερο του επιθέτου νέος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νέο | νέα |
| Γενική | νέου | νέων |
| Αιτιατική | νέο | νέα |
| Κλητική | νέο | νέα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →