νεοέλληνας
•
- ιστορίαο Έλληνας της νεότερης εποχής Βικιλεξικό
- μειωτικόο στερεοτυπικός σύγχρονος Έλληνας με τις θεωρούμενες προβληματικές νοοτροπίες του και τις παθογένειές του Βικιλεξικό
- Ο νεοέλληνας, ως καλοπερασάκιας - βολεψιματίας, παμπόνηρος και βάρβαρος, δεν θέλει να ξεβολευφτεί, ούτε για να καπνίσει έξω από κλειστούς χώρους, ούτε για να μην παρκάρει στις θέσεις για Α.Μ.Ε.Α., χωρίς να τον νοιάζει εάν ενοχλεί, βλάπτει, ή δυσκολεύει τους συνανθρώπους του. (Συνεχίζεται το κάπνισμα (στο νοσοκομείο της Ρόδου), 10/3/20211, Protagon.gr https://www.protagon.gr/anagnwstes/synexizetai-to-kapnisma-sto-nosokomeio-tis-rodou-5685000000)
Ετυμολογία
νεοέλληνας < νεο- + Έλληνας < αρχαία ελληνική Ἕλλην
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νεοέλληνας | νεοέλληνες |
| Γενική | νεοέλληνα | νεοελλήνων |
| Αιτιατική | νεοέλληνα | νεοέλληνες |
| Κλητική | νεοέλληνα | νεοέλληνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →