Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

Παναμέζα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. εθνικό όνομαθηλυκό του Παναμέζος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Παναμέζα < Παναμέζος + -α (-έζα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
ΟνομαστικήΠαναμέζαΠαναμέζες
ΓενικήΠαναμέζας—
ΑιτιατικήΠαναμέζαΠαναμέζες
ΚλητικήΠαναμέζαΠαναμέζες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →