Παναμέζα
•
- εθνικό όνομαθηλυκό του Παναμέζος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Παναμέζα < Παναμέζος + -α (-έζα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | Παναμέζα | Παναμέζες |
| Γενική | Παναμέζας | — |
| Αιτιατική | Παναμέζα | Παναμέζες |
| Κλητική | Παναμέζα | Παναμέζες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →