παράκλητος
•
- χριστιανισμόςΠαράκλητος: προσωνύμιο του Αγίου Πνεύματος και του Χριστού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παράκλητος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παράκλητος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παράκλητος | παράκλητοι |
| Γενική | παράκλητου | παράκλητων |
| Αιτιατική | παράκλητο | παράκλητους |
| Κλητική | παράκλητε | παράκλητοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →