Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

Παριανή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πατριδωνυμικόαυτή που κατοικεί στη Πάροο ή κατάγεται από το νησί αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Παριανή, θηλυκό του Παριανός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
ΟνομαστικήΠαριανήΠαριανές
ΓενικήΠαριανήςΠαριανών
ΑιτιατικήΠαριανήΠαριανές
ΚλητικήΠαριανήΠαριανές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →