Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

Παριανός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πατριδωνυμικόο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από την Πάρο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Παριανός < Πάρος + -ιανός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
ΟνομαστικήΠαριανόςΠαριανοί
ΓενικήΠαριανούΠαριανών
ΑιτιατικήΠαριανόΠαριανούς
ΚλητικήΠαριανέΠαριανοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

παριανός

/pa.ɾʝaˈnos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται, ανήκει, κατοικεί, προέρχεται από την Πάρο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παριανός < Πάρ(ος) + -ιανός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαριανόςπαριανήπαριανό
Γενικήπαριανούπαριανήςπαριανού
Αιτιατικήπαριανόπαριανήπαριανό
Κλητικήπαριανέπαριανήπαριανό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαριανοίπαριανέςπαριανά
Γενικήπαριανώνπαριανώνπαριανών
Αιτιατικήπαριανούςπαριανέςπαριανά
Κλητικήπαριανοίπαριανέςπαριανά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →