Πολιτάκι
•
- τρυφερός χαρακτηρισμός των παιδιών των Ελλήνων της Πόλης, όταν οι τελευταίοι βρέθηκαν στην Ελλάδα (κατά το Ελληνάκι, Γαλλάκι κ.α.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Πολιτάκι < υποκοριστικό του Πολίτης (του Κωνσταντινουπολίτη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | Πολιτάκι | Πολιτάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | Πολιτάκι | Πολιτάκια |
| Κλητική | Πολιτάκι | Πολιτάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →