Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

Πολιτάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. τρυφερός χαρακτηρισμός των παιδιών των Ελλήνων της Πόλης, όταν οι τελευταίοι βρέθηκαν στην Ελλάδα (κατά το Ελληνάκι, Γαλλάκι κ.α.) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Πολιτάκι < υποκοριστικό του Πολίτης (του Κωνσταντινουπολίτη)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
ΟνομαστικήΠολιτάκιΠολιτάκια
Γενική——
ΑιτιατικήΠολιτάκιΠολιτάκια
ΚλητικήΠολιτάκιΠολιτάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →