Σαββατοκύριακο
•
- το τέλος της εβδομάδας, το Σάββατο και η Κυριακή Βικιλεξικό
- Τώρα που έχει καλό καιρό πολλοί απολαμβάνουν ένα ωραίο Σαββατοκύριακο με τη ψησταριά στον κήπο.
- Η νηστεία ξεκινά στις 15 Νοεμβρίου και ολοκληρώνεται ανήμερα της εορτής των Χριστουγέννων. Τις καθημερινές και τα Σαββατοκύριακα εκτός Τετάρτες και Παρασκευές επιτρέπεται η ιχθυοφαγία και η κατάλυση οίνου και ελαίου. (Η Νηστεία ως τρόπος ζωής, Ιερά Μητρόπολις Κυτίου, ανακτήθηκε 8/5/2026 https://imkitiou.org/blog/koinonika-themata/i-nisteia-os-tropos-zois)
- ενάρθρωςκατά το χρονικό διάστημα από το Σάββατο έως τη Κυριακή Βικιλεξικό
- Το Σαββατοκύριακο θα πάμε στην εξοχή.
Ετυμολογία
ΔΦΑ : /sa.va.toˈciɾ.ʝa.ko/: τυπογραφικός συλλαβισμός : Σαβ‐βα‐το‐κύ‐ρια‐κο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | Σαββατοκύριακο | Σαββατοκύριακα |
| Γενική | Σαββατοκύριακου | Σαββατοκύριακων |
| Αιτιατική | Σαββατοκύριακο | Σαββατοκύριακα |
| Κλητική | Σαββατοκύριακο | Σαββατοκύριακα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →