Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

Σειρήνα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ελληνική μυθολογίαγυναικεία μορφή που μάγευε τους ναυτικούς με το τραγούδι της για να τους σκοτώσει Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάγοητευτική αλλά επικίνδυνη γυναίκα Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηοτιδήποτε μας γοητεύει αλλά και μας παραπλανά ή μας βάζει σε κίνδυνο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Σειρήνα < αρχαία ελληνική Σειρήν

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
ΟνομαστικήΣειρήναΣειρήνες
ΓενικήΣειρήναςΣειρήνων
ΑιτιατικήΣειρήναΣειρήνες
ΚλητικήΣειρήναΣειρήνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

σειρήνα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. συσκευή που παράγει πολύ δυνατό και οξύ ήχο, για να σημάνει συναγερμό ή για να προειδοποιήσει για έκτακτη ανάγκη, όπως γίνεται με τα περιπολικά, τα ασθενοφόρα και τα πυροσβεστικά οχήματα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σειρήνα < (άμεσο δάνειο) γαλλική sirène < λατινική sirena < αρχαία ελληνική Σειρήν (αντιδάνειο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσειρήνασειρήνες
Γενικήσειρήναςσειρήνων
Αιτιατικήσειρήνασειρήνες
Κλητικήσειρήνασειρήνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →