Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σερασκέρης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιστορίατίτλος στρατιωτικού διοικητή ή αξιωματούχου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία Βικιλεξικό
    • Αφού πήγαμε μέσα εις την Άρτα, μια ημέρα ήρθαν οι πασσάδες εις το κονάκι του μπέγη και όλοι οι σερασκέρηδες οι Αρβανίτες να τον ιδούν. (Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη, Α1)
  2. ιστορίαπασάς που αναλάμβανε αρχιστράτηγος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σερασκέρης < τουρκική serasker < οθωμανική τουρκική سرعسكر (serasker) < περσική سرعسکر (sar'askar) < περσική سر (sar, κεφάλι) + αραβική عسكر (ʿaskar, στρατός)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσερασκέρηςσερασκέρηδες
Γενικήσερασκέρησερασκέρηδων
Αιτιατικήσερασκέρησερασκέρηδες
Κλητικήσερασκέρησερασκέρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →