Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμβούλιο

/siɱˈvu.li.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. συνάθροιση ατόμων, που έχουν οριστεί ή εκλεγεί, προκειμένου να αποφασίσουν, μετά από συζήτηση, για διάφορα θέματα Βικιλεξικό
    • Στο σημείο αυτό όμως ο Γούναρης έκανε νεύμα προς τον Μπαλτατζή ώστε εκείνος να μην συμφωνήσει με τα λεγόμενα του πατέρα μου, ο οποίος, αντιλαμβανόμενος την κίνηση είπε: «Αυτό δεν είναι ούτε γνώμη συμβουλίου, ούτε διαιτησία, αλλά καραγκιόζ μπερντές!», και αμέσως μετά υπέβαλε την παραίτησή του. (Βασίλης Ι. Τζανακάρης, Εις θάνατον!, εκδ. Μεταίχμιο, 2014)
  2. συνεκδοχικάτο σύνολο των ατόμων που μετέχουν στη συνάθροιση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συμβούλιο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συμβούλιον < αρχαία ελληνική συμβουλή / συμβουλία < σύν (συμ-) + βουλή < βούλομαι, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική conseil

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυμβούλιοσυμβούλια
Γενικήσυμβουλίου / συμβούλιουσυμβουλίων
Αιτιατικήσυμβούλιοσυμβούλια
Κλητικήσυμβούλιοσυμβούλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →