Σύριος
•
- πατριδωνυμικόο κάτοικος του νησιού Σύρος Βικιλεξικό
- Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, οι τότε Σύριοι, στην αυλή του Ιερού Ναού του Αγίου Ιωάννη, συνεδρίαζαν και έκαναν εκλογές Προεστών και Επιτρόπων.
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Σύριου) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Σύριος < Σύρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | Σύριος | Σύριοι |
| Γενική | Συρίου / Σύριου | Συρίων / Σύριων |
| Αιτιατική | Σύριο | Συρίους / Σύριους |
| Κλητική | Σύριε | Σύριοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →