Τουρκοχριστιανός
•
- ιστορίαχαρακτηρισμός για εκείνους τους Έλληνες τοπικούς άρχοντες, προεστούς, κατά την Τουρκοκρατία οι οποίοι μιμούνταν τους τρόπους των Τούρκων και φέρονταν σκληρά, ως πραγματικοί δυνάστες, στους ομόθρησκους / ομοεθνείς τους χωρικούς που είχαν υπό την εξουσία τους στο πλαίσιο της κοινοτικής διοίκησης Βικιλεξικό
- ιστορίαχριστιανός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που φαινομενικά μόνο, για λόγους σκοπιμότητας ή από εξωτερική πίεση, ασπάστηκε τη μωαμεθανική θρησκεία^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) (θηλυκό Τουρκοχριστιανή) Βικιλεξικό
- ιστορίατουρκόφωνος ορθόδοξος χριστιανός^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) (θηλυκό Τουρκοχριστιανή) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Τουρκοχριστιανός < Τούρκος + χριστιανός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | Τουρκοχριστιανός | Τουρκοχριστιανοί |
| Γενική | Τουρκοχριστιανού | Τουρκοχριστιανών |
| Αιτιατική | Τουρκοχριστιανό | Τουρκοχριστιανούς |
| Κλητική | Τουρκοχριστιανέ | Τουρκοχριστιανοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →