Τριόδια
•
- θρησκείαεορτή που γινόταν στις τριόδους της αρχαίας Ρώμης προς τιμήν των Λαρήτων τη δεύτερη μέρα του Ιανουαρίου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Τριόδια < ελληνιστική κοινή Τριόδια < τριόδια, πληθυντικός αριθμός του τριόδιον < τρι- + αρχαία ελληνική ὁδός ((μεταφραστικό δάνειο) λατινική compitalia, ήδη από την (ελληνιστική κοινή))
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | Τριόδια | Τριόδια |
| Γενική | — | Τριοδίων |
| Αιτιατική | — | Τριόδια |
| Κλητική | — | Τριόδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →