Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υψηλότητα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. για την προσφώνηση δείτε Υψηλότητα, Υψηλότης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υψηλότητα < → δείτε τη λέξη Υψηλότητα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυψηλότηταυψηλότητες
Γενικήυψηλότηταςυψηλοτήτων
Αιτιατικήυψηλότηταυψηλότητες
Κλητικήυψηλότηταυψηλότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

Υψηλότητα

/i.psiˈlo.ti.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. επίσημοπροσηγορία πρίγκιπα ή πριγκίπισσας Βικιλεξικό
    • Τι θα επιθυμούσε η Υψηλότητά σας; Τι θα επιθυμούσαν οι Υψηλότητές σας;
    • άλλες μορφές: Υψηλότης (λογιότερο)

Ετυμολογία

Υψηλότητα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑψηλότης (μεγαλοπρέπεια) από την αιτιατική «τήν ὑψηλότητα» & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική Altesse. → δείτε και τη λέξη υψηλότητα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
ΟνομαστικήΥψηλότηταΥψηλότητες
ΓενικήΥψηλότητας / ΥψηλότητοςΥψηλοτήτων
ΑιτιατικήΥψηλότηταΥψηλότητες
ΚλητικήΥψηλότηταΥψηλότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →