Χριστούγεννα
•
- την ημέρα των Χριστουγέννων (ή γενικά την εορταστική περίοδο του Δωδεκαημέρου) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Χριστούγεννα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική Χριστούγεννα < συναρπαγή της φράσης «Χριστοῦ γέννα». Ο πληθυντικός κατ’ αναλογία προς άλλες αρχαιοελληνικές και ρωμαϊκές εορτές: Κρόνια, Σατουρνάλια κ.ά.
Άλλοι τύποι
ΧριστουγέννωνΧριστούγεννα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →