άβαλτος
•
- ο μη τοποθετημένος στη σωστή θέση, στη θέση για την οποία προορίζεται, «άβαλτα πλακάκια» Βικιλεξικό
- για είδη ένδυσηςαφόρετος,αμεταχείριστος, «έχω τα παπούτσια άβαλτα» Βικιλεξικό
- ο μη σπαρμένος, ο αφύτευτος, «άβαλτο αμπέλι» Βικιλεξικό
- ο μη υποκινούμενος από κάποιον άλλον, «έκανε το φόνο άβαλτος» Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άβαλτος < α- + βάζω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άβαλτος | άβαλτη | άβαλτο |
| Γενική | άβαλτου | άβαλτης | άβαλτου |
| Αιτιατική | άβαλτο | άβαλτη | άβαλτο |
| Κλητική | άβαλτε | άβαλτη | άβαλτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άβαλτοι | άβαλτες | άβαλτα |
| Γενική | άβαλτων | άβαλτων | άβαλτων |
| Αιτιατική | άβαλτους | άβαλτες | άβαλτα |
| Κλητική | άβαλτοι | άβαλτες | άβαλτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →