Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άβατο

/ˈa.va.to/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μεταφορικάσημείο ή χώρος στο οποίο δεν υπάρχει ελεύθερη πρόσβαση Βικιλεξικό
  2. εκκλησιαστικός όροςιερός τόπος ή χώρος όπου απαγορεύεται η είσοδος σε γυναίκες ή σε αμύητους γενικότερα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άβατο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἄβατον, ουδέτερο του ἄβατος < ἀ- + αρχαία ελληνική βαίνω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήάβατοάβατα
Γενικήάβατουάβατων
Αιτιατικήάβατοάβατα
Κλητικήάβατοάβατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →