άβατο
•
- μεταφορικάσημείο ή χώρος στο οποίο δεν υπάρχει ελεύθερη πρόσβαση Βικιλεξικό
- εκκλησιαστικός όροςιερός τόπος ή χώρος όπου απαγορεύεται η είσοδος σε γυναίκες ή σε αμύητους γενικότερα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άβατο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἄβατον, ουδέτερο του ἄβατος < ἀ- + αρχαία ελληνική βαίνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άβατο | άβατα |
| Γενική | άβατου | άβατων |
| Αιτιατική | άβατο | άβατα |
| Κλητική | άβατο | άβατα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →