άβατον
•
- για τόπο ή χώροπου δεν μπορούμε να τον διαβούμε. Βικιλεξικό
- εκκλησίαγια ιερό χώρο όπου απαγορεύεται η είσοδος ατόμων που θα μπορούσαν να τον βεβηλώσουν. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άβατον <αρχαία ελληνική<ἄβατος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →