Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άβλεπτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αόρατος, ακοίταχτος, αθέατος, άνοπτος Βικιλεξικό
  2. εκείνος που δεν του δίνει κανείς σημασία, που δεν τον βλέπει κανείς Βικιλεξικό
  3. με ενεργητική σημασίαεκείνος που δεν βλέπει καλά, ο απρόσεκτος, που κάνει αβλεψίες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άβλεπτος < αβλεπτώ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάβλεπτοςάβλεπτηάβλεπτο
Γενικήάβλεπτουάβλεπτηςάβλεπτου
Αιτιατικήάβλεπτοάβλεπτηάβλεπτο
Κλητικήάβλεπτεάβλεπτηάβλεπτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάβλεπτοιάβλεπτεςάβλεπτα
Γενικήάβλεπτωνάβλεπτωνάβλεπτων
Αιτιατικήάβλεπτουςάβλεπτεςάβλεπτα
Κλητικήάβλεπτοιάβλεπτεςάβλεπτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →