άβολα
•
- όχι αναπαυτικά Βικιλεξικό
- είναι λίγο άβολα σ' αυτόν τον παλιό καναπέ
- όχι άνετα, όχι οικεία Βικιλεξικό
- αισθάνομαι κάπως άβολα τόσο με την τυπικότητα όσο και με την υπερβολική οικειότητα κάποιων ανθρώπων
- όχι κατ' ευχήν, μη ευνοϊκά Βικιλεξικό
- τα πράγματα μού ήρθαν άβολα
Ετυμολογία
άβολα < άβολ(ος) + -α
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →