Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άβραστος

/ˈa.vɾa.stos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει βράσει καλά Βικιλεξικό
    • αυτά τα φασόλια δεν ήταν καθόλου βραστερά, δυο ώρες στη φωτιά, κι ακόμη είναι άβραστα
  2. που δεν έχει βράσει καθόλου, ωμός Βικιλεξικό
    • έχω το κρέας άβραστο
  3. που δεν έχει υποστεί ζύμωση Βικιλεξικό
    • ο μούστος είναι ακόμη άβραστος, μόλις τον βάλαμε στο βαρέλι

Ετυμολογία

άβραστος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἄβραστος. Συγχρονικά αναλύεται σε ά- στερητικό + βραστός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάβραστοςάβραστηάβραστο
Γενικήάβραστουάβραστηςάβραστου
Αιτιατικήάβραστοάβραστηάβραστο
Κλητικήάβραστεάβραστηάβραστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάβραστοιάβραστεςάβραστα
Γενικήάβραστωνάβραστωνάβραστων
Αιτιατικήάβραστουςάβραστεςάβραστα
Κλητικήάβραστοιάβραστεςάβραστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →