άβραστος
•
- που δεν έχει βράσει καλά Βικιλεξικό
- αυτά τα φασόλια δεν ήταν καθόλου βραστερά, δυο ώρες στη φωτιά, κι ακόμη είναι άβραστα
- που δεν έχει βράσει καθόλου, ωμός Βικιλεξικό
- έχω το κρέας άβραστο
- που δεν έχει υποστεί ζύμωση Βικιλεξικό
- ο μούστος είναι ακόμη άβραστος, μόλις τον βάλαμε στο βαρέλι
Ετυμολογία
άβραστος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἄβραστος. Συγχρονικά αναλύεται σε ά- στερητικό + βραστός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άβραστος | άβραστη | άβραστο |
| Γενική | άβραστου | άβραστης | άβραστου |
| Αιτιατική | άβραστο | άβραστη | άβραστο |
| Κλητική | άβραστε | άβραστη | άβραστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άβραστοι | άβραστες | άβραστα |
| Γενική | άβραστων | άβραστων | άβραστων |
| Αιτιατική | άβραστους | άβραστες | άβραστα |
| Κλητική | άβραστοι | άβραστες | άβραστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →