άγανο
•
- βοτανικήτο άκρο του σταχυού (οι βελονοειδείς του απολήξεις) Βικιλεξικό
- Ο δρόμος μένει ελεύθερος και στεγνός, και ο παππούς με τον Ομίρ θερίζουν τη μεγαλύτερη σοδειά κριθάρι, και η Νίντα με τη μητέρα της ρίχνουν τους σπόρους μέσα σε καλάθια, κι ένα ζωηρό καθαρό αεράκι παίρνει το άγανο μακριά.
- συνεκδοχικάτο μικρό και λεπτό ψαροκόκαλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άγανο < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἄκανος, με επίδραση από το ἄγανον (ξύλον)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άγανο | άγανα |
| Γενική | άγανου / αγάνου | άγανων / αγάνων |
| Αιτιατική | άγανο | άγανα |
| Κλητική | άγανο | άγανα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →